Ένας χαρισματικός καλλιτέχνης και σπουδαίος άνθρωπος, ο Παύλος Σάμιος, με το πλούσιο έργο, την αστείρευτη έμπνευση, το πηγαίο χιούμορ και το πάθος για τη ζωή,  ο καλλιτέχνης που έλεγε ότι όταν ζωγραφίζει ένιωθε βασιλιάςάφησε χθες την τελευταία του πνοή μετά από ολιγόμηνη μάχη με την επάρατη νόσο.
Ο ίδιος έλεγε ότι δεν φοβόταν τον θάνατο, παρά μόνο τον πόνο, την ταλαιπωρία πριν από αυτόν…

Ο Παύλος Σάμιος είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1948.

Φανατικός θαυμαστής της Μαρίας Κάλλας, την οποία άκουγε από μαθητής από το ράδιο  του σπιτιού του, από μικρός ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και το σχέδιο βοηθώντας, ενώ ήταν ακόμα μαθητής, τον πατέρα του στο εργαστήριο παπουτσιών και επειδή σχεδίαζε εξαιρετικά τον έστελνε ο πατέρας του να σχεδιάζει, αντιγράφοντας γόβες από το κατάστημα του Σεβαστάκη.

Και ενώ ο ίδιος προοριζόταν για υποδηματοποιός, ωστόσο τον κέρδισε γρήγορα η θρησκευτική ζωγραφική,  με συνέπεια να ασχολείται  με την Βυζαντινή Τέχνη από 14 χρονών και από πολύ νωρίς να εργάζεται  στο εργαστήρι Αγιογραφίας του Διονύση Καρούσου μέχρι τα δεκαοκτώ του χρόνια για να μάθει τις βασικές αρχές αυτής  της τέχνης. Έτσι το Βυζάντιο και τα χρώματά του, έγιναν σημείο αναφοράς του και πηγή έμπνευσης.

Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στο Εργαστήρι του Πάνου Σαραφιανού και πέρασε πρώτος στα 17 του χρόνια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στο τμήμα χαρακτικής

Δάσκαλοί του ήταν ο Νίκος Νικολάου στο Προκαταρκτικό και ο Γιάννης Μόραλης στο Εργαστήριο Ζωγραφικής.

Ο Νίκος Νικολάου είχε σαν αρχή το σχέδιο και την παράδοση της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης και ο Γιάννης Μόραλης εισήγαγε τους σπουδαστές του στη σύγχρονη τέχνη. Σπουδαίοι δάσκαλοι που τους όφειλε πολλά, γι αυτό και τον Γιάννη  Μόραλη τον αποκαλούσε «πατέρα» και «μέντορα» και είχε μεγάλη επαφή  μαζί του μέχρι που πέθανε.

Σημαντικός δάσκαλος που του όφειλε πολλά ήταν επίσης και ο Γιάννης Τσαρούχης. Είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει στο Παρίσι και να μάθει τόσα πολλά για την ελληνική παράδοση, μέσα από τα μάτια ενός μοναδικού ζωγράφου, που στα πρώτα του έργα τον επηρέασε πολύ.

Την ίδια εποχή μπήκε στην εικόνα του μεγάλου Μυστικού Δείπνου,  αφού ήταν στη μοναδική παρέα του «Μαγεμένου Αυλού» στη Πλατεία Προσκόπων,
μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Βολανάκη, τον Κουρουπό και άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, όπου ο Μάνος Χατζιδάκις, μάγος του λόγου και γνώστης της ανάγκης των νέων, τους έμαθε να σκέπτονται χωρίς όρια.

Από το 1978 έως το 1992 έζησε και εργάστηκε στο Παρίσι. Εκεί απέκτησε από τον πρώτο του γάμο  δύο κόρες, την Πανδώρα και την Αφαία, η ύπαρξη των οποίων επηρέασε αποφασιστικά τη ζωγραφική του.

Το Βυζάντιο και τα χρώματά του,  οι αρχαιότητες, τα σπασμένα γλυπτά, ο Χατζιδάκις, το τρανζιστοράκι, ο Καβάφης, η Κάλλας, το πατρικό του σπίτι, η μάνα, οι γυναίκες, τα γοβάκια, τα καφενεία, αποτελούσαν τα σημεία αναφοράς της ζωγραφικής του. Όπως επίσης και η θάλασσα, μια που ο πατέρας του έφτασε στον Πειραιά από τη Μικρά Ασία και είχε ρίζες από την Άνδρο, τη Σάμο και την Λευκάδα











 

 



Από το 2000 ήταν καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας
(Εργαστήριο παραδοσιακής ζωγραφικής fresco-βυζαντινές εικόνες-χειρόγραφα). Έχει ζωγραφίσει με την τεχνική του fresco πολλές μικρές εκκλησίες.

Έχει πραγματοποιήσει πάνω από 70 ατομικές εκθέσεις.

Η τελευταία εξ αυτών έλαβε χώρα από τις 17-9-2020 μέχρι17-10-2020, στη γκαλερί Σκουφά με τίτλο «Καφέ Παράδεισος», όπου όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει τότε το  sissysworld στο άρθρο του με τίτλο «Καφέ Παράδεισος»: Ο «Παράδεισος» του Παύλου Σάμιου στη γκαλερί Σκουφά!», ο σπουδαίος ζωγράφος παρουσίαζε με νέο πνεύμα και ανανεωμένη διάθεση νέα ενότητα έργων στο αγαπημένο του θέμα των καφενείων που τον απασχόλησε για πρώτη φορά τη δεκαετία του ‘80 στο Παρίσι.

Η έκθεση περιελάμβανε δύο ενότητες έργων με παριζιάνικα και αθηναϊκά καφενεία, μέσα από το βλέμμα του ζωγράφου που είχε γνωρίσει και τα δύο.

Σε μια περίοδο κοινωνικής αποστασιοποίησης και σήμερα που η ανθρώπινη επαφή ακολουθεί κανόνες συμβίωσης και η ανάγκη συνύπαρξης γίνεται πιο έντονη, ο Παύλος Σάμιος, μας καλούσε σ ένα χώρο συναναστροφής, ξεγνοιασιάς και οικειότητας, έγραφε το sissysworld.

Εκεί που συναντώνται τα βλέμματα, γεννιέται η σπίθα του έρωτα, οι άνθρωποι γίνονται παρέα, ακόμα και όταν δεν κάθονται στο ίδιο τραπέζι και μια άλλη πολύχρωμη κοινωνία γεννιέται. Εκεί που οι κουβέντες συζήτησης εναλλάσσονται σε ανύποπτο χρόνο, η πολιτική και το γήπεδο γίνονται ένα, τα λόγια μπερδεύονται με τον ήχο από τα ζάρια, για να δώσουν ανάσα στην καθημερινότητα και ελπίδα στο όνειρο. Είναι ο χώρος του παραδοσιακού καφενείου, που έχει ιαματική επίδραση στους θαμώνες του, ένας «ναός», αλλά και «καταφύγιο» ή «καθαρτήριο» παράλληλα, ένας χαμένος «παράδεισος», που πλέον ανήκει στη μνήμη και που ήθελε να του προσδώσει ένα άλλο μέλλον μέσω της τέχνης και της ζωγραφικής του ο Παύλος Σαμιος, ο οποίος αν και δήλωνε  ότι δεν ήταν  «καφενόβιος», ανήκε σε μια γενιά που γαλουχήθηκε μέσα στις «παρέες» των καφέ.

Κορυφαίοι καλλιτέχνες, αλλά και δάσκαλοι του, ήταν θαμώνες στα παριζιάνικα καφενεία το ‘80, τα οποία επηρέασαν τόσο τον ζωγράφο που ζωγράφισε μία μεγάλη σειρά και αργότερα στα αθηναϊκά.

«Τα Γαλλικά Καφενεία» παρουσιάστηκαν στην γκαλερί Samy Kinge το 1982, αλλά όλη αυτή η δουλειά κάηκε μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά στο εργαστήριο του (1985) στη σοφίτα μιας πολυκατοικίας. Εργα των τελευταίων τεσσάρων ετών  καταστράφηκαν, αφανίστηκαν.

Για να δημιουργήσει τότε τα νέα έργα του ο Παύλος Σάμιος είχε αντλήσει έμπνευση από το «καφέ ο Παράδεισος», που μέχρι πριν από μια δεκαετία περίπου λειτουργούσε κοντά στο ατελιέ του στην πλατεία Αττικής

 

Άλλη σπουδαία ατομική δουλειά ήταν  η έκθεση «Broken History – Σπασμένη Ιστορία» όπου  ο Παύλος Σάμιος απεικόνιζε  παραστατικά τη «Broken History – Σπασμένη Ιστορία» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.



Μια διαφορετική ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και των αρχαίων μύθων είχε επιχειρηθεί στην έκθεση στην οποία παρουσιάζονται 66 έργα μεγάλων διαστάσεων (μερικά από αυτά ξεπερνούν τα τρία μέτρα), όπου τα σύμβολα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού έχουν πλέον τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έγραφε τότε χαρακτηριστικά το sissysworld στο άρθρο με τίτλο: «Ο Παύλος Σάμιος απεικονίζει παραστατικά τη «Broken History – Σπασμένη Ιστορία» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο».

Ο καταξιωμένος εικαστικός είχε λάβει μέρος επίσης σε σημαντικές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Χαρακτηριστική ήταν η συμμετοχή του στη ομαδική έκθεση του i-D Project Art. “ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Vol.1”, η οποία παρουσίαζε πολλές και διαφορετικές απόψεις της Ελλάδας.

Ζωγραφικές απόψεις του τόπου μας που κάνουν αναφορά στις ιστορικές καταβολές του, στέκονται στις φυσικές ομορφιές για να φτάσουν στην σημερινή καθημερινότητα με σκοπό να αναδείξουν όλα αυτά που κοιτάμε, αλλά πλέον δεν βλέπουμε, είχε γράψει τότε το sissysworld στο άρθρο του με τίτλο ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΟΜΑΔΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ “ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Vol.1”

Την οργάνωση και καλλιτεχνική επιμέλεια του ProjectArt και της έκθεσης είχε η σύζυγος του Μαρία Ξανθάκου που στάθηκε δίπλα του ως τα τελευταία λεπτα της ζωής του.

Άλλη πρόσφατη ομαδική έκθεση στην οποία συμμετείχε ο αναγνωρισμένος ζωγράφος ήταν  η έκθεση με θέμα τους Ευζωνες, ως φόρος τιμής στην προσφορά του ηρωικού τάγματος των Ευζώνων της Προεδρικής Φρουράς, που είχε παρουσιαστεί  με πρωτοβουλία της Λίζας Πενθερουδάκη, προέδρου του ομίλου ΑΜΚΕ «Φέρμελη» – Όμιλος Ανάδειξης της πολιτιστικής, καλλιτεχνικής και εθνικής μας κληρονομιάς, στο μουσείο της πόλης των Αθηνών, Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία. Η έκθεση στην οποία συμμετείχαν 64 διακεκριμένοι Έλληνες εικαστικοί, ήταν πλαισιωμένη από έναν πρωτότυπο πυρήνα ιστορική αναφοράς, αποτελούμενο από φωτογραφίες, ιστορικά κειμήλια και συλλεκτικά αντικείμενα από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές, όπως είχε γράψει τότε το sissysworld στο άρθρο του με τίτλο: «Ομαδική έκθεση-φόρος τιμής προς τους Ευζωνες, με πρωτοβουλία του ομίλου ΑΜΚΕ «Φέρμελη» και της Προέδρου του Λίζας Πενθερουδάκη!»

 

Η απώλεια του σπουδαίου αυτού καλλιτέχνη αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό…

 

 

  •